ρίγκελ

ρίγκελ
(Αστρον.). Αστέρας, ο β του Ωρίωνα (αραβικά Ελτζεμπάρ). Είναι αστέρας γίγας, κυανού χρώματος και απόλυτου μεγέθους –7· με το τηλεσκόπιο εμφανίζεται ως αστέρας μεγέθους 0,34. Αποτελείται από δυο αστέρες, από τους οποίους ο ένας είναι κι αυτός διπλός· απέχει περίπου 300 έτη φωτός από το ηλιακό σύστημα.
* * *
ο, Ν
αστρον. αραβική ονομασία τού αστέρα β τού αστερισμού τού Ωρίωνα, που σημαίνει «το αριστερό πόδι τού γίγαντα».

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • αστροφυσική — Κλάδος της αστρονομίας που εξετάζει τη χημική σύνθεση και τη φυσική κατάσταση των ουράνιων σωμάτων, τη θερμοκρασία και τη σύσταση της ατμόσφαιράς τους, την ένταση και την ανάλυση του φωτός τους και, γενικότερα, αναπτύσσει μεθόδους για την… …   Dictionary of Greek

  • Κατσώνης — Υποβρύχιο του ελληνικού πολεμικού στόλου, το οποίο ναυπηγήθηκε την περίοδο 1926 27 στη Γαλλία. Είχε εκτόπισμα 556 τόνων στην επιφάνεια και 775 σε κατάδυση και η ταχύτητά του ήταν 14 και 9 κόμβοι αντίστοιχα. Το Κ. ήταν εξοπλισμένο με έξι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”